Posts

Μία τροπολογία που λέει πολλά…

Σταύρος Λυγερός, στο Slpress.gr

Ορισμένες φορές κάποιες ειδήσεις που περνάνε στα “ψιλά” στην πραγματικότητα είναι πιο εύγλωττες και αποκαλυπτικές από χίλιες αναλύσεις. Διαβάσαμε, λοιπόν, προ ημερών ότι ο υπουργός Οικονομικών, στην κοινοβουλευτική συζήτηση του πρόσφατου πολυνομοσχεδίου, κατέθεσε «νομοτεχνική βελτίωση»(!), με την οποία απαλλάσσονται τα εκτελεστικά μέλη του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), που ελέγχει τις τράπεζες, από την υποχρέωση υποβολής πόθεν έσχες. Γιατί ο Τσακαλώτος ζήτησε αυτή την εξαίρεση; Υπέκυψε σε απαίτηση των δανειστών;

Ο ίδιος δήλωσε πως ήταν απαίτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ότι παλαιότερα υπήρχε γενική εξαίρεση. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνει για μία ακόμα φορά τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα οι Ευρωπαίοι εταίροι.Ζητούν για τους δικούς τους ανθρώπους ειδικό καθεστώς εξαίρεσης, την ώρα που δήλωση πόθεν έσχες υποβάλλουν όχι μόνο κρατικοί αξιωματούχοι, αλλά και απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, ακόμα και οι δημοσιογράφοι που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα. Τα στελέχη του ΤΧΣ, όμως, εξαιρέθηκαν.Γιατί άραγε;

Όταν το ευρωιερατείο ζητούσε οι κάθε είδους εντεταλμένοι της Τρόικας να έχουν ασυλία, πρόβαλαν το επιχείρημα ότι υπό τον πέλεκυ ποινικών διώξεων δεν θα μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά τους. Παρακάμπτουμε πως με αυτό τον τρόπο ήταν σαν να ομολογούσαν ότι η δουλειά τους ήταν δυνάμει ποινικά κολάσιμη. Ήταν, ωστόσο, μία απαίτηση που είχε νόημα. Γιατί κάποιος να θέλει εξαίρεση από την υποβολή πόθεν έσχες εάν είναι καθαρός και είναι αποφασισμένος να παραμείνει καθαρός; Η μόνη εξήγηση που εμείς μπορούμε να σκεφθούμε μας οδηγεί σε άλλα μονοπάτια…

Και καλά αυτά τα μονοπάτια μπορεί να αφορούν ενδεχόμενες προσωπικές προθέσεις. Γιατί, άραγε, να προβάλει τέτοια απαίτηση η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Επιπροσθέτως, θα το έκανε ποτέ εάν στη θέση της Ελλάδας ήταν η Ιταλία, ή πολύ περισσότερο η Γαλλία ή η Γερμανία; Προφανώς όχι. Κατά τα άλλα, συνεχίζουμε να μιλάμε για την Ευρώπη της δημοκρατίας, της διαφάνειας και της ισοτιμίας των χωρών-μελών της!

Το υπερταμείο της σύγχυσης

Το υπερταμείο υπήρξε επιθυμία των δανειστών που καμία ελληνική κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε πριν τη «δεκαεπτάωρη» διαπραγμάτευση του 2015, η οποία οδήγησε στη δέσμευση της κρατικής περιουσίας για 99 χρόνια. Οι δικαιολογίες του Σύριζα δεν αντέχουν στην ανάγνωση του σχετικού νόμου, που αποτελεί εμπράγματη, υπερβολική και καταχρηστική δέσμευση της δημόσιας περιουσίας. Και ειρωνική πληρωμή της ιστορίας για τις κακόπιστες υπεραπλουστεύσεις του στην αντιπολιτευτική περίοδο.

Ωστόσο, αν θεωρήσουμε ότι στόχος είναι η ορθολογική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το υπερταμείο δεν θα λειτουργήσει αποτελεσματικά. Οι αιτίες που οδηγούν σ’ αυτό είναι κατά σειρά:

1. Η ασάφεια στις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες απόφασης

Το υπερταμείο απαρτίζεται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ), το ΤΑΙΠΕΔ (όπου παραμένουν κάποιες ιδιωτικοποιήσεις) και την Εταιρεία Συμμετοχών στην οποία μεταφέρονται οι εταιρείες του Δημοσίου. Η υπερδομή αυτή αποτελεί «λάφυρο» των θεσμών από τη σκληρή διαπραγμάτευση αλλά δεν έχει συνάφεια με τις πραγματικότητες της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Παραδείγματα:

Η Πολιτική Αεροπορία και το υπερταμείο εμπλέκονται στη διαδικασία και την παρακολούθηση της παραχώρησης των αεροδρομίων στη Fraport. Η συνεργασία πρέπει να εξασφαλιστεί μέσω της κυβέρνησης, που ο νόμος για το υπερταμείο αντιμετωπίζει ως ανεπιθύμητη.

Η ακίνητη περιουσία του ΟΣΕ, παρά τις προβλέψεις του μνημονίου, ορθώς δεν ενσωματώθηκε στην ΕΤΑΔ από την κυβέρνηση Σαμαρά. Κι ενώ ο ΟΣΕ μεταφέρθηκε στο υπερταμείο, η ΓΑΙΑΟΣΕ που διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία του ΟΣΕ παραμένει στο Δημόσιο παρότι και οι δύο εμπλέκονται στις συμβάσεις αποκρατικοποίησης που έχει επεξεργαστεί το ΤΑΙΠΕΔ.

2. Η πολυπλοκότητα της δομής

Το υπερταμείο διοικείται από το διοικητικό συμβούλιο και εποπτεύεται από ένα εποπτικό συμβούλιο. Το εποπτικό είναι πενταμελές, με δύο μέλη από τους θεσμούς και τρία από την κυβέρνηση και σε περίπτωση διαφωνίας απαιτούνται 4 ψήφοι. Ο κ. Τσακαλώτος μίλησε για επιτυχία παραλείποντας μία λεπτομέρεια: τα μέλη των θεσμών εκπροσωπούν αυτούς από τους οποίους η κυβέρνηση ζητεί τα δανεικά. Το εποπτικό διορίζει το διοικητικό συμβούλιο από λίστα επιλογής του με απλή γνώμη του υπουργού Οικονομικών (ακόμα κι αν δεν δοθεί).

Μετά τη φαινομενική αυτή συνοχή αρχίζει η πραγματικότητα:

Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει τα όργανα των θυγατρικών του, οι οποίες αναλαμβάνουν τη διαχείριση των μεταφερομένων εταιρειών. Αλλά δεν γνωρίζουμε ακόμα πώς θα διορίζονται τα διοικητικά συμβούλια των (πρώην) εταιρειών του Δημοσίου. Θα χρειαστούν πολλές νομοθετικές παρεμβάσεις για να οριοθετηθούν οι αρμοδιότητες υπερταμείου και κυβέρνησης. Παράλληλα, σημαντικές διαδικασίες επηρεάζονται από αυτές τις επικαλύψεις. Παραδείγματα:

Ο Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών και η Αττικό Μετρό μεταφέρθηκαν στο υπερταμείο. Ο οργανισμός εισηγείται την τιμολογιακή πολιτική, δηλαδή το κόστος του εισιτηρίου στην Αττική. Θα αποφασίζει για αυτό το υπερταμείο; Η Αττικό Μετρό πρέπει να προκηρύξει τη νέα γραμμή του μετρό με κονδύλια του ΕΣΠΑ και δάνεια. Με εποπτεία του υπερταμείου ή της κυβέρνησης; Θα κατευθύνουμε στο υπερταμείο τους πόρους από το ΕΣΠΑ;

3. Η ανυπαρξία σχεδίου αξιοποίησης

Οι αντιφάσεις οφείλονται στην ανυπαρξία σχεδίου αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας. Επί κυβέρνησης Σαμαρά, για κάθε πάγιο που μεταφέρθηκε στο ΤΑΙΠΕΔ οι στόχοι αξιοποίησης προσδιορίζονταν στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας και το ταμείο διενεργούσε τους διαγωνισμούς. Τώρα, τα πάγια του Δημοσίου περιέρχονται στο υπερταμείο χωρίς σχέδιο. Το αναφερόμενο στον νόμο «Στρατηγικό σχέδιο αξιοποίησης» καθορίζεται στον εσωτερικό κανονισμό του υπερταμείου ο οποίος, μετά την έγκρισή του, δεν τροποποιείται από τη Γενική Συνέλευση (το υπουργείο Οικονομικών της χώρας δηλαδή) χωρίς εισήγηση του διοικητικού συμβούλιου και προσυπογραφή του εποπτικού.

H αξιοποίηση όμως ενός παγίου εξαρτάται από τη διάρθρωση του κλάδου: το ρυθμιστικό περιβάλλον, τη λειτουργία των αρχών της οικείας αγοράς, τις διεπαφές με άλλους φορείς. Ακόμα και η αξία ρευστοποίησης, σε περίπτωση ιδιωτικοποίησης, επηρεάζεται από τη σταθερότητα, την επάρκεια και την αξιοπιστία του θεσμικού περιβάλλοντος. Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι όλα αυτά θα τα ρυθμίσει άπαξ το «Στρατηγικό Σχέδιο», δηλαδή το παράρτημα του εσωτερικού κανονισμού που δεν προβλέπεται να περάσει από τη Βουλή.

4. Η απουσία μηχανισμών συνεργασίας κυβέρνησης και υπερταμείου

Η λογική του νόμου οδηγεί σε αναποτελεσματικότητα. Διότι τα παραπάνω (ρυθμιστικό, θεσμικό και νομοθετικό περιβάλλον) αποτελούν αντικείμενα κυβερνητικής δράσης. Και χωρίς αυτά δεν υπάρχουν επενδυτές και αξιοποίηση. Ο νόμος του υπερταμείου, όμως, δεν ασχολείται (σκόπιμα;) με τη συνεργασία κυβέρνησης και υπερταμείου. Μετά το εναρκτήριο λάκτισμα –τοποθέτηση διοικήσεων και μεταφορά περιουσίας– το περίπλοκο υπερταμείο θα παραγάγει, in vitro, όλα τα αναγκαία για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας; Αν αυτό πιστεύουν κυβέρνηση και δανειστές, είναι λυπηρό για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Συμπερασματικά, τόσο για τους υποστηρικτές των ιδιωτικοποιήσεων όσο και για τους πλέον καλόπιστους απέναντι στις δικαιολογίες του Σύριζα, το υπερταμείο θα αποτελέσει μάλλον πονοκέφαλο για τις ελληνικές κυβερνήσεις παρά αποτελεσματικό όργανο αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας.

(αντιγραφή από την Καθημερινή, με τις ευχαριστίες μου)

Σοφοί δε προσιόντων…

Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων, σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται. «…Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. Η ακοή αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών ταράττεται. Η μυστική βοή τούς έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων. Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί»

Ο  νεαρός Γκράμσι είχε κάτι από το μελαγχολικό βλέμμα του γέρου Καβάφη. Ίσως γιατί ήξερε να διακρίνει νωρίς την ήττα στα σημεία των καιρών. Ο δε Καβάφης ζούσε, στο μυαλό του, σε μια εποχή που είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Και οι δύο θυμίζουν την ήττα που έρχεται.

Από το καλοκαίρι του 2014, στην πέμπτη αξιολόγηση της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά, οι θεσμοί έπαψαν να βγαίνουν στα τηλέφωνα. Ήταν ακόμα η εποχή της τρόικα, οι θεσμοί ήταν τρεις. Όταν συμφωνούσε η Commission είχε εξαφανιστεί το ΔΝΤ, ήταν σχεδόν αδύνατον να γίνουν τριμερείς συναντήσεις, πάντα κάποιος θεσμός έλειπε και όταν επέστρεφε τα θέματα που είχαν λυθεί ήταν εκ νέου υπό αμφισβήτηση και έπρεπε να ξαναδιατυπωθούν. Ήταν προφανές ότι η Τρόικα δεν ήθελε να κλείσει η αξιολόγηση, αυτή την εντύπωση δημιουργούσαν οι απουσίες, οι αλλαγές προσέγγισης, οι «διαφωνίες» μεταξύ τους. Κυρίαρχο ρόλο στην αλλαγή κλίματος είχαν παίξει οι ευρωεκλογές και η αλλαγή στάσης του ΔΝΤ. Αυτά σε μια περίοδο που η οικονομία δεν κάλπαζε αλλά είχε αρχίσει να πηγαίνει καλύτερα σε επίπεδο καθημερινότητας και όχι μόνο αριθμών. Ήρθε ο Δεκέμβριος, η αποτυχία εκλογής Πρόεδρου, η αξιολόγηση δεν έκλεισε ποτέ, το μέιλ Χαρδούβελη δήθεν διέρρευσε και τα υπόλοιπα είναι ζώσα ιστορία.

Με τον καιρό οι θεσμοί έγιναν τέσσερις, προστέθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) και περάσαμε στην εποχή του κουαρτέτου. Τεράστια νίκη, οι παλιοί θεσμοί έστελναν τις εκθέσεις αξιολόγησης στο Eurogroup, εκεί που ο Σόιμπλε έπαιζε μπάλα πλειοψηφικά αλλά όχι εντελώς μόνος του. Σ’ αυτούς προστέθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) που η Γερμανία, δηλαδή ο Σόιμπλε, τον μπλοκάρει όποτε θέλει λόγω του ποσοστού συμμετοχής της Γερμανίας, και πανηγυρίσαμε το τέλος της Τρόικα. Και κλείνουμε σύντομα δυο χρόνια από το Ιανουάριο του 2015.

Με τους θεσμούς, οχι πιά την Τρόικα , να ανοίγουν και να κλείνουν το ασφαλιστικό που είχε κλείσει, το αφορολόγητο που είχε κλείσει, τις μαζικές απολύσεις που είναι κόκκινη γραμμή. Με το ΔΝΤ να παίζει κρυφτούλι με την κυβέρνηση και με τους υπόλοιπους θεσμούς και να ζητά, από τώρα, μέτρα για μετά το 2018 και το 2019. Με τον ESM, τον θεσμό που μπήκε και άλλαξε την παλιά κακή τρόικα,  να ακυρώνει εν είδει απειλής στη διαπραγμάτευση, χωρίς καν να ρωτήσει το Eurogroup, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το μελλοντικό χρέος. Με την αξιολόγηση  να πηγαίνει από Νοέμβριο, Δεκέμβριο κι από εκεί Ιανουάριο και ίσως λέει Μάρτιο και βλέπουμε. Με το βλέμμα στον Ντράγκι και την ποσοτική χαλάρωση που δεν θα προλάβουμε. Με τα capital control να συνεχίζονται και με τις διοικήσεις των τραπεζών να ορίζονται  η να ανατρέπονται με μέιλ  του μηχανισμού επιτήρησης.

Τι ακριβώς δεν καταλαβαίνει η κυβέρνηση σε αυτό το “end story”;

Θα τα υπογράψει όλα.